Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει κατά τα έτη 1919-20 μέσα από δύο ιστορικές πηγές

Αθήνα, 1/06/2021

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος – Τμήμα ΙΦΕ ΕΚΠΑ

Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στα πλαίσια του Μαθήματος Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος ΙΦΕ.
Ευχαριστίες στην Δρ. Δανάη Καρυδάκη Ιστορικό, διδάσκουσα στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης ΕΚΠΑ.

Η περίοδος του μεσοπολέμου συγκεντρώνει μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον ως εκείνη που βρίσκεται ανάμεσα στον 1ο και 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα από τα ιστορικά γεγονότα αυτής της περιόδου είναι η γερμανική επανάσταση του 1918 και η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εν μέσω κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, η πτώση της μοναρχίας και η λειτουργία ενός δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης δεν συνέβη δίχως αντιδράσεις. Στην παρούσα εργασία θα εξετάσουμε τα προβλήματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τα έτη 1919-1920 μέσα από δυο ιστορικές πηγές. Η πρώτη αφορά την απόπειρα πραξικοπήματος τον Μάρτιο του 1920, για την οποία έχουμε στη διάθεσή μας ως ιστορικό τεκμήριο την διακήρυξή της, που υπογράφει ο εθνικιστής πολιτικός Wolfgang Kapp. Η δεύτερη πηγή αφορά μια επιστολή του πρόεδρου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Friedrich Eber στον πρωθυπουργό της Σουηδίας όπου αναφέρει τα τρέχοντα προβλήματα της διακυβέρνησης. Στα τεκμήρια αυτά αναδεικνύονται σημαντικά ζητήματα του κράτους και των πολιτών της Γερμανίας όπως και σημαντικές ιδεολογικές διαφορές των πρωταγωνιστών της πολιτικής σκηνής. Ένας ιστορικός μπορεί με την χρήση αυτών των πρωτογενών πηγών να εντοπίσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κατά τα έτη 1919-20 τουλάχιστον μέσα από το πρίσμα των εθνικιστών και των μετριοπαθών σοσιαλιστών συντακτών τους.

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Μετά την λήξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου στην ηττημένη Γερμανία εκδηλώνεται παλλαϊκή επανάσταση και τον Νοέμβριο του 1918 ο Κάιζερ Wilhelm ΙΙ[1] αναγκάζεται σε παραίτηση. Ο λαός συστήνει Εργατικά και Στρατιωτικά Συμβούλια διοίκησης. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD) ανακηρύσσει την ίδρυση ομοσπονδιακής δημοκρατίας εμπρός σε χιλιάδες συγκεντρωμένους Γερμανούς στην πλατεία Koenigsplatz του Βερολίνου. Ο καγκελάριος Max του Baden παραιτείται και διορίζει καγκελάριο τον πρόεδρο του SPD Friedrich Ebert. Το Δεκέμβριο του 1918 συνεκλήθη  στο Βερολίνο το Α’ Γενικό Συνέδριο των Συμβουλίων όπου αποφασίστηκε η διενέργεια εκλογών που θα οδηγούσαν σε μια Συνταγματική Εθνοσυνέλευση. Την διακυβέρνηση ανέλαβε μια προσωρινή βουλή (Reichsrätekongress) που οδήγησε τη χώρα σε σε εκλογές την 19η Ιανουαρίου 1919 από τις οποίες απείχε το κομμουνιστικό κόμμα. Η συνέλευση έλαβε χώρα στην Βαϊμάρη και όχι στο Βερολίνο λόγω των ταραχών που σύμβαιναν στην πρωτεύουσα της Γερμανίας. Καρπός της συνέλευσης ήταν μια δημοκρατική κυβέρνηση με πρόεδρο τον μετριοπαθή Friedrich Ebert του SPD που αποτελούνταν από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, το κόμμα του κέντρου και το δημοκρατικό κόμμα.

Η νέα κυβέρνηση διαχειρίστηκε τους ταπεινωτικούς για την Γερμανία όρους της ανακωχής του πολέμου ως ηττημένη και υπέγραψε την σχετική Συμφωνία των Βερσαλλιών τον Ιούλιο του 1919 που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Τον Αύγουστο του έτους 1919 τίθεται σε ισχύ το νέο Σύνταγμα στην τελευταία συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στην Βαϊμάρη. Ακολούθησαν οικονομικά μέτρα για την πληρωμή του εθνικού χρέους, ένας εφάπαξ φόρος περιουσίας και άλλες ρυθμίσεις σε ένα περιβάλλον πολιτικής αναταραχής και αστάθειας. Η εθνοσυνέλευση συνέχισε να κυβερνά μέχρι τις εκλογές σύμφωνα με το νέο σύνταγμα οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 1920 στις οποίες συμμετείχαν για πρώτη φορά γυναίκες καθώς και νέοι ηλικιακά ψηφοφόροι. Έκτοτε τον ρόλο της συνέλευσης ανέλαβε το Ράιχσταγκ (Reichstag) με έδρα το Βερολίνο.

Η  Δημοκρατία της Βαϊμάρης, όπως έμεινε στην ιστορία, διατηρήθηκε μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα με αρχηγό τον Αδόλφο Χίτλερ που έγινε καγκελάριος κερδίζοντας τις εκλογές του 1933.

Τα προβλήματα των ετών 1919-1920 μέσα από τις πηγές

Στα πλαίσια της ιστορικής έρευνας σχετικά με την ίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κατά τα έτη 1919-1920 θα εξετάσουμε δύο ενδιαφέρουσες πρωτογενείς πηγές εντός του ιστορικού πλαισίου, την διακήρυξη του εθνικιστή πολιτικού Wolfgang Kapp κατά την έναρξη του πραξικοπήματος της 13ης Μαρτίου 1920 και μια επιστολή του Friedrich Ebert, Προέδρου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, προς τον Σουηδό σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Hjalmar Branting, τον Σεπτέμβριο του 1920. 

ΠΗΓΗ 1
Η διακήρυξη του Wolfgang Kapp της 13ης Μαρτίου 1920

Η ιστορική πηγή που εξετάζουμε είναι μια διακήρυξη, ένα επίσημο έγγραφο που απηχούσε τις θέσεις επίδοξων ακροδεξιών πραξικοπηματιών που είχαν σκοπό να καταλάβουν την εξουσία καταλύοντας την Εθνοσυνέλευση στην Βαϊμάρη. Την συνέταξε ο Wolfgang Kapp, Γερμανός ακροδεξιός εθνικιστής πολιτικός και ένας από τους ηγέτες της απόπειρας πραξικοπήματος. Διανεμήθηκε στον γερμανικό λαό με σκοπό να σταθεί συμπαραστάτης και να στηρίξει την προσπάθεια. Η ανακοίνωση της διακήρυξης έγινε την 13η Μαρτίου 1920, ημέρα του πραξικοπήματος.

Η Διακήρυξη της 13ης Μαρτίου 1920

«Η Γερμανική Αυτοκρατορία και το έθνος βρίσκονται σε σοβαρό κίνδυνο και είμαστε στο χείλος της πλήρους κατάρρευσης του κράτους και του νομικού συστήματος. Οι τιμές ανεβαίνουν χωρίς τέλος. Η μιζέρια αυξάνεται. Ο λιμός απειλεί. Η διαφθορά και το έγκλημα εμφανίζονται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα. Η αναποτελεσματική εθνική κυβέρνηση, στην οποία λείπει η πραγματική εξουσία και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαφθορά, δεν είναι ικανή να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ο μαχητικός Μπολσεβικισμός προκαλεί το έθνος με καταστροφή και απειλές από την Ανατολή. Είναι αυτή η κυβέρνηση ικανή να αντισταθεί σε αυτό; Πώς θα αποφύγει το έθνος την εξωτερική και εσωτερική κατάρρευση; Μόνο με την αποκατάσταση της εξουσίας ενός ισχυρού κράτους. Πώς θα το επιτύχουμε; Η αλλαγή δεν χρειάζεται να κοιτά προς τα πίσω αλλά να βασίζεται στην αποκατάσταση της τάξης και του κράτους δικαίου [Rechsstaat]. Το καθήκον και η ηθική συνείδηση πρέπει να επιστρέψουν ξανά στα γερμανικά εδάφη. Η γερμανική τιμή και η εντιμότητα πρέπει να αποκατασταθούν. Η Εθνοσυνέλευση στη Βαϊμάρη συνεχίζει να κυβερνά χωρίς σωστή εντολή και έχει αυτοκηρυχθεί μόνιμη. Κατά παράβαση του Συντάγματος αναβάλλει τις εκλογές μέχρι το φθινόπωρο. Αντί να προστατεύει το Σύνταγμα που εξέδωσε πρόσφατα με μια τέτοια τελετή, μια τυραννική κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος [SPD] ήδη θέλει να στερήσει το έθνος από το σημαντικό βασικό δικαίωμα εκλογής προέδρου. Εξαφανίζεται, άραγε, σταδιακά η ευκαιρία να σώσουμε τη Γερμανία; Γι ‘αυτό δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να αντικαταστήσουμε την κυβέρνηση με μια νέα κυβέρνηση δράσης».

Ο Wolfgang Kapp

Ήταν εθνικιστής πολιτικός και άσκησε κριτική στις πολιτικές του καγκελάριου Theobald von Bethman-Hollweg το 1916, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το 1917 έγινε επικεφαλής του ακροδεξιού «Kόμματος της Πατρίδας» που είχε σκοπό την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας των Γερμανών με στόχο την νίκη ή την ειρήνη με γερμανικούς όρους. Το κόμμα είχε ως βασικές θέσεις την πίστη στον Κάιζερ, την στήριξη των στρατιωτικών και την προβολή της έννοιας του καθήκοντος και της θυσίας για το καλό της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Το τέλος του πολέμου με την ήττα της Γερμανίας και η ταπεινωτική συμφωνία των Βερσαλλιών, εξόργισε τον Kapp ο οποίος αποφάσισε να πολιτευθεί και εξελέγη στην εθνοσυνέλευση ως φιλομοναρχικός το 1919. Το αφήγημά του ήταν ότι ο γερμανικός στρατός είχε μαχαιρωθεί πισόπλατα από εσωτερικούς εχθρούς και γι αυτό ηττήθηκε.

Όταν η κυβέρνηση αποφάσισε την διάλυση της θαλάσσιας ταξιαρχίας «Ehrhardt» λόγω της μείωσης του στρατού που απαιτούσαν οι όροι της συνθήκης της ανακωχής καθώς και δυο παρακρατικών Φράικορπ, ο ανώτατος διοικητής όλων των στρατιωτικών στρατευμάτων του Ράιχ Στρατηγός Walther von Lüttitz και ιδρυτής των Φράικορπ, διέταξε την κατάληψη των κυβερνητικών κτηρίων στο Βερολίνο την 13η Μαρτίου 1920 με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης.

Πολιτικός επικεφαλής αυτού του κινήματος τοποθετήθηκε ο Kapp ο οποίος συνέταξε την διακήρυξη όπου παρατίθενται τα πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα των πραξικοπηματιών.      

Ανάλυση της Διακήρυξης

Η διακήρυξη ξεκινά με την διαπίστωση από τους εθνικιστές πραξικοπηματίες ότι τον Μάρτιο του 1920: «Η Γερμανική Αυτοκρατορία και το έθνος βρίσκονται σε σοβαρό κίνδυνο και είμαστε στο χείλος της πλήρους κατάρρευσης του κράτους και του νομικού συστήματος. Οι τιμές ανεβαίνουν χωρίς τέλος. Η μιζέρια αυξάνεται. Ο λιμός απειλεί». Οι πραξικοπηματίες επικαλούνται τα υπαρκτά προβλήματα της ηττημένης και ταπεινωμένης Γερμανίας με δραματοποιημένο τρόπο ο οποίος κορυφώνεται με την απειλή λιμού. Πράγματι σύμφωνα με την Συνθήκη των Βερσαλλιών η πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία έχει συρρικνωθεί δραματικά έχοντας απωλέσει όλες τις αποικίες και σημαντικά ευρωπαϊκά εδάφη. Οι πολεμικές αποζημιώσεις σε χρυσό, πρώτες ύλες, κατασχέσεις στόλου κλπ είναι υπέρογκες. Το ανθρώπινο δυναμικό έχει πληγεί έχοντας εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες. Ο γερμανικός λαός υποφέρει.

Σύμφωνα με τους πραξικοπηματίες «η αναποτελεσματική εθνική κυβέρνηση, στην οποία λείπει η πραγματική εξουσία και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαφθορά, δεν είναι ικανή να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο». Κατά την επανάσταση του 1918 η οργή του έθνους που προήλθε από την ήττα της Γερμανίας οδήγησε στην αλλαγή του πολιτικού συστήματος εκτοπίζοντας την μοναρχία που το οδήγησε σε αυτήν την κατάσταση. Το διάδοχο πολίτευμα, η ομοσπονδιακή δημοκρατία, προσπαθεί να εδραιωθεί μέσα σε ένα κλίμα πολιτικής αστάθειας. Η πρώτη κυβέρνηση σχηματίστηκε από την εθνοσυνέλευση αποτελούμενη από σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες και αντιπροσώπους του καθολικού Κέντρου. Οι στρατιωτικοί και φιλομοναρχικοί πολιτικοί κρίνουν την Εθνοσυνέλευση της Βαϊμάρης ως αναποτελεσματική, διεφθαρμένη και ανίκανη να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο με τις διαδικασίες που ακολουθεί.

Άλλο ένα επιχείρημα της επικινδυνότητας της εθνικής κυβέρνησης είναι κατά τους πραξικοπηματίες ότι: «Ο μαχητικός Μπολσεβικισμός προκαλεί το έθνος με καταστροφή και απειλές από την Ανατολή». Η ρωσική επανάσταση του 1917 και η δύναμη των κομμουνιστών στην Γερμανία τρομάζει τους φιλομοναρχικούς. Χρησιμοποιούν το επιχείρημα αυτό για να συσπειρώσουν τον λαό ενάντια της κυβέρνησης η οποία κατά την γνώμη τους είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει τον μαχητικό μπολσεβικισμό που αποτελεί μια απειλή προερχόμενη τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό, από την προσφάτως επαναστατημένη Ρωσία. Ωστόσο η κυβέρνηση είχε ήδη ένα χρόνο πριν καταστείλει την εξέγερση των Σπαρτακιστών και είχε δολοφονήσει τους ηγέτες και τα στελέχη τους.

Η λύση σε αυτά τα προβλήματα είναι η αποκατάσταση μιας ισχυρής διακυβέρνησης στην θέση της αδύναμης εθνοσυνέλευσης. «Πώς θα αποφύγει το έθνος την εξωτερική και εσωτερική κατάρρευση; Μόνο με την αποκατάσταση της εξουσίας ενός ισχυρού κράτους» ισχυρίζονται οι πραξικοπηματίες. Έχουν την γνώση ότι ο λαός δεν στηρίζει τον απερχόμενο Κάιζερ και το μοναρχικό πολίτευμα πλέον και προτάσσουν ότι: «Η αλλαγή δεν χρειάζεται να κοιτά προς τα πίσω αλλά να βασίζεται στην αποκατάσταση της τάξης και του κράτους δικαίου [Rechsstaat]». Η νέα κυβέρνηση δεν θα έχει πια τα βαρίδια του παρελθόντος, δηλαδή αυτά της εποχής των Κάιζερ.

Στη συνέχεια της διακήρυξης τονίζεται ότι η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να στηρίζεται στις παραδοσιακές ηθικές προσταγές και το καθήκον. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Το καθήκον και η ηθική συνείδηση πρέπει να επιστρέψουν ξανά στα γερμανικά εδάφη. Η γερμανική τιμή και η εντιμότητα πρέπει να αποκατασταθούν». Εύλογα όμως διατυπώνεται το ερώτημα ότι εάν την προηγούμενη χρονική περίοδο της ήττας των Γερμανών υπήρχε το καθήκον και η ηθική συνείδηση, αρχές που τώρα καλούνται να επιστρέψουν, τότε τι οδήγησε στην ήττα; Ποιοι κατέστρεψαν τον γερμανικό λαό και τον έσυραν στο θάνατο και την φτώχεια; Ήταν εκ του αποτελέσματος οι έχοντες την «ηθική συνείδηση» και το «καθήκον».

Η διακήρυξη κλείνει με την διαπίστωση ότι: «Η Εθνοσυνέλευση στη Βαϊμάρη συνεχίζει να κυβερνά χωρίς σωστή εντολή και έχει αυτοανακηρυχθεί μόνιμη». Εφόσον η Εθνοσυνέλευση της Βαϊμάρης δεν προκηρύσσει εκλογές αλλά κρατά την εξουσία καταχρηστικά επί πολλούς μήνες, η λύση για την αλλαγή της διακυβέρνησης της χώρας είναι μία, η κατάληψη της εξουσίας από τους εθνικιστές πολιτικούς και στρατιωτικούς, σύμφωνα με τους πραξικοπηματίες.

Το πραξικόπημα οδηγήθηκε στην αποτυχία μιας και ο λαός δεν το αγκάλιασε. Λίγες μέρες μετά την κατάληψη των κυβερνητικών κτηρίων και την σύσταση νέας κυβέρνησης στο Βερολίνο, κηρύχτηκε γενική απεργία. Οι πραξικοπηματίες εθνικιστές δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την εξουσία και διαλύθηκαν. Τα προβλήματα όμως της ταπεινωτικής συνθήκης των Βερσαλλιών που ήταν όμως αποτέλεσμα και ενός μεγάλου πολέμου στο οποίο η Γερμανία σύρθηκε από την ηγεσία της και οδηγήθηκε στην ήττα  παρέμειναν και το αυγό του φιδιού συνέχισε να εκκολάπτεται. Δεκαπέντε χρόνια μετά νέοι εθνικιστές και ένας νέος επίδοξος «αυτοκράτορας» θα έπαιρναν την εξουσία με την ίδια σχεδόν ρητορική αλλά με δημοκρατικό τρόπο και η Γερμανία θα οδηγούνταν ξανά στην καταστροφή με τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.   

ΠΗΓΗ 2
Επιστολή του Friedrich Ebert, Προέδρου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης προς τον Σουηδό πρωθυπουργό Hjalmar Branting, Σεπτέμβριος 1920

Η πηγή αυτή είναι μια επιστολή. Συντάχθηκε στην Γερμανία από τον Friedrich Ebert, ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος [SPD] και Προέδρου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από το 1919. Απευθύνεται στον Σουηδό σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Hjalmar Branting. Η επιστολή έχει ημερομηνία τον Σεπτέμβριο του 1920.

Η επιστολή προς τον Σουηδό πρωθυπουργό Hjalmar Branting, Σεπτέμβριος 1920

«Όσο τεράστιο και αν είναι το καθήκον μας, εμείς οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να υπερασπιστούμε τη δική μας Γερμανική δημοκρατία, για την οποία αγωνιζόμαστε εδώ και δεκαετίες, ενάντια σε επιθέσεις όχι μόνο από τη Δεξιά αλλά και από την Αριστερά. Αγωνιζόμαστε ενάντια σε στρατιωτικά πραξικοπήματα και ενάντια σε κομμουνιστικές εξεγέρσεις για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Είναι πιθανό μια μέρα οι πραξικοπηματίες από τη Δεξιά και την Αριστερά να μας αντιμετωπίσουν με ένα ενιαίο μέτωπο. Σε κάθε περίπτωση, κρατάμε σταθερά τη γραμμή της δημοκρατίας και θα πετύχουμε. Ακόμη και μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αξιόπιστη κρατική δύναμη. Οι συνθήκες ειρήνης, περιορίζοντας το μέγεθος του στρατού μας, μας ανάγκασαν να δεχτούμε τη βοήθεια συμμοριών μισθοφόρων για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης – κάτι που θα ήταν επικίνδυνο για οποιοδήποτε κράτος. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να απομακρύνουμε από τα σώματα που είναι αρμόδια για το νόμο και την τάξη όλους τους αξιωματικούς που δεν αποδέχονται τη δημοκρατία. Το ίδιο είδος «καθαρισμού» θα ήταν επίσης καλό για την κυβέρνηση και τις δημόσιες υπηρεσίες, αν και εκεί, πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε την έλλειψη κατάλληλων υποψηφίων. Δυστυχώς, είναι αλήθεια ότι τα πανεπιστήμια και τα σχολεία μας είναι «φυτώρια» για τους εχθρούς της σοσιαλδημοκρατίας. Εάν η επανάστασή μας δεν έχει επιφέρει αλλαγές σε αυτούς τους τομείς, αυτό είναι κυρίως αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Η βάναυση στάση που έδειξε αυτή η Συνθήκη απέναντι στην εθνική μας ανεξαρτησία και οι συνεχείς σαδιστικές επιθέσεις εναντίον των εθνικών μας συναισθημάτων ξυπνούν εθνικά πάθη και βοηθούν στη διάδοση της εθνικιστικής δημαγωγίας ανάμεσα στους νέους. Αυτές οι στάσεις και οι επιθέσεις είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της γερμανικής δημοκρατίας και ο ισχυρότερος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι στρέφονται στον κομμουνισμό και τον εθνικισμό».

Ο Friedrich Ebert

Ήταν πρόεδρος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας (SPD). Μετριοπαθής πολιτικός, υπερασπίσθηκε κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου την ενίσχυση του στρατού με στόχο μια κατάπαυση του πυρός με ευνοϊκές συνθήκες.

Κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1918 είχε επίσης μετριοπαθή στάση και ήταν αρχικά υπέρμαχος μιας μοναρχικής διαδοχής του Κάιζερ. Στην πορεία των εξελίξεων τάχτηκε υπέρ της δημοκρατίας και κατά της κομμουνιστικής συνέχισης της επανάστασης με στόχο την εξουσία τύπου σοβιέτ. Κατέπνιξε την εξέγερση των κομμουνιστών Σπαρτακιστών στις αρχές του 1919 με τη συμβολή των παρακρατικών ταγμάτων Φράικοπς. Εκλέχθηκε ως ο πρώτος αρχηγός κράτους της Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Ήταν ο πρώτος απλός πολίτης μη αξιωματικός του στρατού και σοσιαλιστής με προλεταριακό υπόβαθρο που κατείχε αυτήν τη θέση. Εναντιώθηκε στους εθνικιστές και πολέμησε λυσσαλέα τους κομμουνιστές. Δέχτηκε ως αναπόφευκτη την Συμφωνία των Βερσαλλιών και προσπάθησε να έχει μετριοπαθή στάση και ως πρόεδρος συνεργαζόμενος με άλλους σοσιαλιστές και κεντρώους.

Η όλη του πολιτική ζωή κρίνεται από τις παραπάνω αμφιλεγόμενες πράξεις, αλλά ως πρόεδρος είχε αφοσίωση στην δημοκρατία. Μια δημοκρατία που όμως στάθηκε αδύναμη να εμποδίσει την άνοδο των Ναζί στην εξουσία.

Ανάλυση της επιστολής

Ο Friedrich Ebert, ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος [SPD] και Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης περιγράφει στον Σουηδό σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Hjalmar Branting τις αγωνιώδεις προσπάθειες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για να εδραιωθεί.

Η κατάσταση είναι ζοφερή με τον κίνδυνο από τα στρατιωτικά πραξικοπήματα να καραδοκεί. Ήδη τον Μάρτιο του ίδιου έτους αποφεύχθηκε ένα τέτοιο πραξικόπημα όπως εξετάσαμε στην παραπάνω πηγή. Επίσης η Δημοκρατία των σοσιαλδημοκρατών κινδυνεύει από την κομμουνιστική αριστερά η οποία με την δύναμη της Οκτωβριανής Επανάστασης επιδιώκει το ανάλογο στην Γερμανία. Αναφέρει ο Friedrich Ebertσχετικά με αυτά: «Αγωνιζόμαστε ενάντια σε στρατιωτικά πραξικοπήματα και ενάντια σε κομμουνιστικές εξεγέρσεις για την ασφάλεια της Δημοκρατίας».

 Όμως η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έχει μεγάλο πρόβλημα στο να επιβληθεί διότι δεν έχει επαρκή κρατική δύναμη. Αιτία είναι η Συνθήκη των Βερσαλλιών που έχει επιφέρει περικοπές στον στρατό, στα σώματα ασφαλείας αλλά και στα οικονομικά. Η κυβέρνηση για να επιβληθεί καταφεύγει στην στήριξη «συμμοριών μισθοφόρων», των γνωστών παρακρατικών Φράικορπ. Οι μισθοφόροι αυτοί είχαν καταστείλει την επανάσταση των Σπαρτακιστών όπου οι επικεφαλής κομμουνιστές υπό την ηγεσία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζα Λούξεμπουργκ είχαν προσπαθήσει να καταλάβουν την εξουσία με την υποστήριξη των εργατών. Η καταστολή είχε συμβεί μετά από αιματηρές οδομαχίες. Ήταν μια μάχη επικράτησης ή των κομμουνιστών ή των σοσιαλδημοκρατών. Οι σοσιαλδημοκράτες με την βοήθεια των παρακρατικών Φράικορπ νίκησαν και οι ηγέτες της εξέγερσης εκτελέστηκαν.

Στην επιστολή τονίζεται η αναγκαιότητα για «κάθαρση» του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας, της δημόσιας διοίκησης και της εκπαίδευσης από τους εχθρούς της Σοσιαλδημοκρατίας. Όμως η κυβέρνηση δεν έχει την δύναμη να το κάνει, κάτι που διαπιστώνει ο Friedrich Ebert λέγοντας: «Εάν η επανάστασή μας δεν έχει επιφέρει αλλαγές σε αυτούς τους τομείς, αυτό είναι κυρίως αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών».

Η ταπεινωτική Συμφωνία των Βερσαλλιών έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική εξόντωση του γερμανικού λαού και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης. Πάνω σε αυτήν αναπτύσσεται μια ρητορική και δημαγωγική πολιτική των εθνικιστών και των κομμουνιστών κατά τον Friedrich Ebert ο οποίος κλείνει την επιστολή του με το εξής συμπέρασμα: «Η βάναυση στάση που έδειξε αυτή η Συνθήκη απέναντι στην εθνική μας ανεξαρτησία και οι συνεχείς σαδιστικές επιθέσεις εναντίον των εθνικών μας συναισθημάτων ξυπνούν εθνικά πάθη και βοηθούν στη διάδοση της εθνικιστικής δημαγωγίας ανάμεσα στους νέους. Αυτές οι στάσεις και οι επιθέσεις είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της γερμανικής δημοκρατίας και ο ισχυρότερος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι στρέφονται στον κομμουνισμό και τον εθνικισμό».

Τα επόμενα χρόνια δικαίωσαν τον Friedrich Ebert ως προς το σκέλος της επιρροής των εθνικιστών πάνω στους νέους και τον υπόλοιπο λαό. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν μπόρεσε να εδραιωθεί κάτω από το βάρος της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Το αδύναμο κράτος και η κακή οικονομική κατάσταση με την αφαίμαξη κεφαλαίων, παραγωγικών πηγών και εδαφών σε συνδυασμό με την εθνική ταπείνωση, οδήγησε τους  Εθνικοσοσιαλιστές στην κατάληψη της εξουσίας με δημοκρατικό τρόπο δεκατρία χρόνια μετά που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές της επιστολής. Το αποτέλεσμα ήταν το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι υπογράφοντες της Συνθήκης των Βερσαλλιών μήπως τελικά είχαν υπογράψει και την κήρυξη του πολέμου αυτού; Νομίζω πως ναι.       

Σχόλια περί των πηγών – συμπεράσματα

Οι πηγές είναι πρωτογενείς. Συντάκτες είναι οι επικεφαλής παρατάξεων της πολιτιστικής σκηνής. Έχουν γραφτεί το ίδιο έτος, το 1920 και στον ίδιο τόπο, στην Γερμανία. Έχουν και οι δύο πάθος και ένταση. Και οι δυο κατηγορούν ο ένας τον άλλο, ότι αποτελεί κίνδυνο για την Γερμανία. Κατηγορούν και οι δύο τους κομμουνιστές ως εχθρούς της Γερμανίας και επιδιώκουν την καταστολή τους. Καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα για τα δεινά της Συμφωνίας των Βερσαλλιών και μεταφέρουν το κλίμα και τα προβλήματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κατά τα έτη 1919-1920.

Από την άλλη πλευρά η μια πηγή απευθύνεται ως δημόσια διακήρυξη και καλεί τον λαό να στηρίξει ένα πραξικόπημα ενάντια στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η άλλη πηγή είναι μια προσωπική επιστολή του σοσιαλδημοκράτη προέδρου της Γερμανικής Δημοκρατίας προς τον επίσης σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό της Σουηδίας στην οποία υπερασπίζεται την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η διακήρυξη ενώ διαπιστώνει τα προβλήματα, έχει δημαγωγικά χαρακτηριστικά και ρητορικούς τόνους, ενώ η επιστολή περιέχει διαπιστώσεις των αδυναμιών και των αιτιών δυσλειτουργίας του κρατικού μηχανισμού για την εδραίωση της δημοκρατίας.

Μέσα από τις δυο κειμενικές πηγές πρωταγωνιστών της εποχής της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, διαπιστώσαμε τα προβλήματα της διακυβέρνησης της Γερμανίας στην μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή.

Η μοναρχία εξέλειψε χρεωμένη τον αποτυχημένο πόλεμο με τα εκατομμύρια νεκρούς και την τεράστια εθνική καταστροφή. Η ταπεινωτική ηθικά και υλικά Συνθήκη των Βερσαλλιών την Γερμανία υπέγραψε ως ηττημένη με τους όρους της παραχώρησης αποικιών και ευρωπαϊκών εδαφών και την απόδοση υπέρογκων χρηματικών αποζημιώσεων, συντέλεσε τα μέγιστα στην μη επιτυχή επίλυση των προβλημάτων από την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ούτε η πολιτική και φυσική εξόντωση των Γερμανών κομουνιστών έλυσε το πρόβλημα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ούτε οι εθνικιστικές δημαγωγικές φωνές πάψαν. Το αποτέλεσμα ήταν το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και η άνοδος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος των ναζί στην εξουσία με δημοκρατικές μάλιστα διαδικασίες, πράξη που σήμανε την έναρξη της πορείας που οδήγησε στον καταστροφικό 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.      

Οι εξεταζόμενες πρωτογενείς πηγές, που προέρχονται από κείμενα αντιπάλων πρωταγωνιστών της γερμανικής πολιτικής σκηνής, έχουν μεγάλη χρησιμότητα για τον ιστορικό διότι εξετάζοντας το συγκεκριμένο υλικό μπορεί να διεξάγει ουσιαστικά συμπεράσματα για τα προβλήματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης της περιόδου 1919-1920 αλλά και τις μεταγενέστερες συνέπειες που είχαν αυτά.

Π.Π.    


[1] Friedrich Wilhelm Viktor Albert(1859 –1941)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s